Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Προσωπική ανασκόπηση του 2010 -μια υπέροχη χρονιά.

Το πρώτο μέρος των διακοπών μας τελείωσε σήμερα, και αύριο κιόλας θα ξεκινήσει το δεύτερο μέρος. Μιας και από αύριο θα είμαι σε μέρη που δεν θα έχω internet, αρπάζω την ευκαιρία να κάνω μια μίνι ανασκόπηση για το έτος που φεύγει. Συνοπτικά, θα μπορούσα να πω πως μακάρι να έρθουν και άλλα χρόνια σαν το 2010 στο μέλλον. Ήταν μια από τις καλύτερες χρονιές που έχω ζήσει.

Και πως να μην ήταν άλλωστε; Ο ερχομός του με βρήκε σε μια από τις πιο φαντασμαγορικές γιορτές του κόσμου, στο Βερολίνο, παρέα με γαμάτη παρεούλα και υπό τον live ήχο των Black Eyed Peas (ντάξει, δεν τους ακούγαμε, αλλά ακούγεται γαμάτο :ΡΡΡ). Όλο αυτό φυσικά ήταν μέρος ενός εκπληκτικού ταξιδιού που κάναμε, το οποίο μου γάμησε ανελέητα το μυαλό.

Λίγες μέρες μετά, η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν μάλλον απότομη, με τους αγρότες που άφηναν επιλεκτικά κόσμο να περνάει από τα μπλόκα τους, πράγμα που κατά τη γνώμη μου τους έκανε να χάσουν το δίκιο τους στα μάτια μου.

Αργότερα, επισκεφτήκαμε με την Λίνα το χωριό μου για Πάσχα, προκαλώντας ντελίριο ενθουσιασμού στους περισσότερους συγγενείς μου (είμαι σίγουρος πως στο μυαλό τους μας είχαν αρραβωνιάσει από τότε).

Λίγο μετά, το υπουργείο παιδείας φρόντισε να με εκνευρίσει απίστευτα με την κατάργηση της βάσης του 10, αν και μάλλον είχα αρκετά πράγματα στο μυαλό μου και το ξεπέρασα γρήγορα :Ρ

Τον Ιούνιο μετακόμισα στο σπίτι της Λίνας, αλλάζοντας όχι μόνο σπίτι αλλά και πόλη. Λίγο μετά ένα ακόμη ταξίδι μου πήρε το μυαλό, στην Στοκχόλμη αυτήν την φορά, όπου όχι απλώς περάσαμε τέλεια (ακόμη την σκέφτομαι με νοσταλγία αυτήν την πόλη), αλλά διαδραματίστηκε και μια πρόταση γάμου με θετική κατάληξη, και κάποια παραλειπόμενα.

Τον Αύγουστο, η ζέστη μάλλον βάρεσε στο κεφάλι έναν παππού που βάλθηκε να μου χαλάσει την διάθεση, αλλά έφυγε ηττημένος, ενώ ο μήνας έληξε με μια τελευταία καλοκαιρινή απόδραση στην Αθήνα, όπου είδαμε ανθρώπους που γνωρίζαμε και αγαπούμε, όπως και ανθρώπους που δεν γνωρίζαμε και αγαπήσαμε ;)

Η Προσαρμογή στην επαρχία βέβαια, από την στιγμή που μπήκε ο Σεπτέμβριος, δεν ήταν ακριβώς στρωμένη με ροδοπέταλα, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης δουλειάς, αλλά με τον καιρό συνειδητοποίησα την ειδοποιό ποιοτική διαφορά της ζωής στην επαρχία σε σχέση με τις μεγάλες πόλεις και στάνιαρα.

Κάποια στιγμή έμαθα για ένα συγκλονιστικό λαβ στόρι που εκτυλίχθηκε στο σόι μου, με πρωταγωνιστές δυο 20χρονους νέους που κατάφεραν να μείνουν έγκυος, και ως αποτέλεσμα αυτού, να μπει η κουλούρα, καταστρέφοντας τα πιο τρελά τους χρόνια. Και μιλώντας για λαβ στόρι, σεξ και άλλες αηδίες, να υπενθυμίσω ότι έμεινα μαλάκας με τις απόψεις που έχουν κάποιοι για το σεξ, όπως και για το τι -δεν- κάνουν [;] στο κρεβάτι τους.

Πριν λίγο καιρό, στην αυλή του σπιτιού μας ζήσαμε κάποια άλλα απείρου κάλλους σκηνικά με ένα νέο σκυλάκι που φροντίζαμε και το παλιό μας σκυλάκι, και εκεί πραγματικά αναρωτήθηκα τι διαφορετικό θα καναμε αν δεν είχαμε σκυλιά αλλά παιδιά. Το νεο update που υπάρχει σε αυτήν την ιστορία είναι ότι βρέθηκε άνθρωπος να υιοθετήσει τον Βασιλάκη και έτσι, κάναμε χαρούμενη την χειμαρρώδη σκύλα μας, την κόρη της ανάδοχης οικογενείας να έχει ένα απίστευτο χαμόγελο ως τα αυτιά και εμάς να νιώθουμε ότι η αυλή μας χωρίς τον Βασιλάκη μοιάζει πιο άδεια.

Αυτό λοιπόν ήταν το 2010 στα μάτια του Sourotiri. Φεύγουμε αύριο για να συνεχίσουμε τις διακοπές μας, με ένα ακόμη ταξίδι (ναι βρε, θα έχετε πλήρες report, μην αγχώνεστε) και την ευχή το 2011 να είναι, αν όχι καλύτερο, τότε στα υψηλά standards που έθεσε το 2010 :)

Αποχαιρετώ λοιπόν ένα υπέροχο έτος, και εμείς θα τα πούμε σε καμιά δεκαριά μέρες ;)

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Ούτε παιδιά να είχαμε (a dog story)

Η Λούσι είναι η αξιαγάπητη σκύλα της Λίνας (εδώ και πέντε χρόνια). Η ράτσα της είναι Χαριστέα εεεε σόρρυ λάθος γκέκας ήθελα να πω (ελληνιστί ιχνηλάτης i think. Στην φώτο του link δεν είναι η ίδια η Λούσι αλλά ένα σκυλί που της μοιάζει. Φαντάσου ένα τέτοιο σκυλί στο διπλάσιο του.). Αυτό που την ξεχωρίζε από πάντα ήταν το χειμαρώδες ταμπεραμέντο της. Έτσι, όταν καταλαβαίνει ότι είναι να την πάμε βόλτα κάνει σαν δαιμονισμένο, όταν την χαιδεύουμε στην κοιλιά της καμιά φορά κατουράει πάνω της και γενικά εκδηλώνει την χαρά της τόσο πολύ, που αν την συγκρίνεις με αυτό το μωράκι, νομίζεις ότι το μωράκι θρηνεί. Υπάρχουν στιγμές που νομίζω ότι η Λούσι έχει την ψυχή ενός λιονταριού εγκλωβισμένη στο σώμα ενός σκύλου.

Αντίστοιχα φυσικά, όταν τα παίρνει δεν πάει πίσω. Την πρώτη φορά που με είδε (και με πέρασε για κλέφτη, αφού δεν άκουσα τις συμβουλές της Λίνας), είμαι σίγουρος ότι αν δεν την κρατούσε η Λίνα, θα με κομμάτιαζε. Φαντάσου ότι το γάβγισμά της, που το άκουγα από απόσταση 5-6 μέτρων, μου πονούσε τα αυτιά από την ένταση. Τουλάχιστον είναι καλός φύλακας :) Εννοείται ότι πάντα επιτίθεται σε γάτες, ενώ με τα σκυλιά του μεγέθους της είναι πολύ παιχνιδιάρα, αλλά ακριβώς επειδή είναι πολύ καβλιάρα, το παιχνίδισμά της τα φοβίζει και τα διώχνει.

Τις προάλλες ήμουν που λέτε έξω στην αυλή για τσιγάρο, και είδα να περνάει ένα άσπρο γκριφόν (η φώτο είναι αντιπροσωπευτική του μεγέθους του) που φορούσε μάλιστα και λουράκι βόλτας. Δεν έδωσα και ιδιαίτερη σημασία, όταν όμως το είδα να περνάει και μετά από δυο ώρες, και το απόγευμα, και την άλλη μέρα κατάλαβα ότι το σκυλάκι ή έχει χαθεί ή το έχουν παρατήσει.

Στην προσπάθεια μου να το χαϊδέψω συνάντησα πολλές δυσκολίες, μάλλον γιατί το σκυλάκι πρέπει να έχει φάει πολύ ξύλο από ανθρώπους. Ακόμη και όταν του έβαλα λίγη τροφή να φάει, περίμενε να φύγω και μετά πήγε να φάει. Την δεύτερη φορά που του έδωσα τροφή, ναι μεν με ανεχόταν να στέκομαι σε απόσταση 3-4 μέτρων, αλλά μόλις τελείωσε άρχισε να μου γαβγίζει και έφυγε.

Την λύση έδωσε η Λίνα τελικά (γενικά το'χει περισσότερο με τα σκυλιά), η οποία κατάφερε να το χαϊδέψει. Ε τι το ήθελε. Αμέσως μετά τα χάδια της, ο σκύλος τρύπωσε μέσα στο σπίτι, άρχισε να μυρίζει παπούτσια, κάλτσες, σκουπίδια και γενικά ότι ανέδινε μυρωδιά, ενώ όταν το πλησιάζαμε μας γλείφει τα πόδια, ακόμη και πάνω από την κάλτσα (έλεοοοος!!!).

Μάλλον το σκυλάκι είχε μεγαλώσει σε σπιτάκι και του κακοφαινόταν που τον είχαμε έξω. Κάθε φορά που μπαίναμε στο σπίτι και τον αφήναμε έξω γρατζουνούσε την πόρτα και έκλαιγε, αλλά νομίζω ότι με τις μέρες συνηθιζει σιγά σιγά.

Γενικά όταν το βρήκαμε ήταν σε αρκετά άσχημη κατάσταση και μας έδινε την αίσθηση του καημένου. Για αυτό και αποφασίσαμε να τον λέμε Βασιλάκη, από τον Καϊλα. Μάλλον όμως τώρα πρέπει να αναθεωρήσουμε και να βρούμε ένα όνομα επιπέδου Hulk και πάνω.

Το βγάλαμε φωτογραφίες, μοιράσαμε αγγελίες σε κτηνιάτρους, αλλά ως τώρα οι προσπάθειες μας να βρούμε τα αφεντικά του είναι άκαρπη. Οπότε προσωρινά τον κρατάμε.

Το θέμα είναι ότι τα βράδια κλείναμε τις πόρτες της αυλής και φέρναμε την Λούσι από το πίσω μέρος της αυλής (στο οποίο είναι κλεισμένη κατά την διάρκεια της μέρας), στο μπροστά μέρος της, για να φυλάει την είσοδο του σπιτιού. Η αλληλεπίδραση λοιπόν της Λούσι με τον Βασιλάκη λοιπόν ήταν κάτι που δεν περίμενα.

Εγώ περίμενα η Λούσι, με το που δει ξένο σκυλί στην αυλή μας να του κάνει ντου για να το διώξει. Αντί για αυτό όμως, η Λούσι δεν του έδωσε καθόλου σημασία και τριβόταν πάνω μας για να την πάμε βόλτα. Μάλλον επειδή δεν ένιωσε απειλή, ξέρω 'γω...;

Έλα όμως που ο αρσενικός -εκτός από λιλιπούτειος-, ήθελε να δείξει ότι είναι το νούμερο ένα. Ερχόταν λοιπόν, γάβγιζε μέσα στα μούτρα της, ενώ η Λούσι είχε μια φάτσα "τι θέλει τώρα το μαλακισμένο". Με το που έκανε ένα βήμα μπρος η Λούσι, ο μικρός Βασιλάκης έφευγε με την όπισθεν. Αυτό γίνεται κάθε νύχτα, όλη τη νύχτα.

Αυτό πάντως που είναι ακόμη πιο περίεργο, τώρα, είναι η τεράστια ζήλια που θρέφει ο ένας για τον άλλον. Εκτός από το ότι η Λούσι εξαφάνισε τα πιατάκια για το φαγητό και το νερό του μικρού και του έφαγε μια φορά το γεύμα (πλέον τα ταίζουμε ξεχωριστά), τα σκυλιά δίνουν show όσον αφορά το χάιδεμα.

Βγαίνω έξω για τσιγάρο, έρχονται και τα δυο κοντά μου. Κάνω να χαιδέψω την Λούσι, αυτή ξαπλώνει κάτω και κοιτάει με απίστευτα εκφραστικό τρόπο τον Βασιλάκη, λες και του λέει "νια νια νια νια νια, μαλάκα Βασιλάκη κοίτα, εμένα χαιδεύει", εννοείται βγάζοντας κραυγές και αναστεναγμούς ηδονής. Έρχεται ο Βασιλάκης κοντά πατάει ένα γάβγισμα, σηκώνεται η Λούσι, δώστου κυνηγητό. Πάω μετά να χαιδέψω τον Βασιλάκη, με το που μας παίρνει χαμπάρι η Λούσι, έρχεται και τον διώχνει. Ξανά γάβγισμα ο Βασιλάκης, ξανά κυνηγητό.

Ε δηλαδή, ούτε παιδιά να είχαμε.

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Παππούμπατσοι.

Σήμερα λοιπόν, καθώς καθόμουν έξω καπνίζοντας ένα τσιγάρο, βλέπω στον δρόμο ένα παιδάκι με την τσάντα του στην πλάτη. Γυρνούσε από το σχολείο του (μάλλον δημοτικό, αν κρίνω από την ώρα του σχολάσματος και την εμφάνιση του), προφανώς ξεθεωμένο από την κούραση. Κάποια στιγμή λοιπόν, για να μην κάνει κύκλο, μπαίνει στην πυλωτή της απέναντι οικοδομής για να βγει από την πίσω μεριά.

Για κακή του τύχη, από την οικοδομή έβγαινε ένας παππούς, ο οποίος, με το που είδε ότι το παιδάκι κόβει δρόμο από την πυλωτή της οικοδομής του, άρχισε να του κατεβάζει καντήλια. Το παιδάκι, εμφανώς σαστισμένο από το υβρεολόγιο του παππού, ζήτησε ένα συγνώμη, βγήκε κανονικά στον δρόμο και συνέχισε την πορεία του. Ο παππούς συνέχισε τα καντήλια για κανένα πεντάλεπτο ακόμη.

Είναι πραγματικά εξοργιστική αυτή η εξουσία που νομίζουν ότι έχουν αρκετοί από τους ηλικιωμένους, που νομίζουν ότι επειδή είναι άνω των 65 ετών πρέπει ο καθένας μόλις τους βλέπει να βαράει προσοχή. Ακόμη πιο εξοργιστικοί όμως γίνονται όταν ασκούν αυτή την εξουσία απέναντι σε ανθρώπους που αδυνατούν να τους απαντήσουν, θες λόγω ηλικίας, λόγω ντροπής, κτλ.

Ο παππούμπατσος είναι παντού. Θα θεωρήσει αυτονόητο ότι πρέπει να σηκωθείς από την θέση σου στο λεωφορείο, άσχετα αν εσύ το χρησιμοποιείς για να κάνεις την δουλειά σου και είσαι ψοφίμι από την κούραση ενώ αυτός πάει την ωραία του βόλτα. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το σκηνικό που έζησα στην Ίωνος Δραγούμη στην Θεσσαλονίκη, στο τέρμα του λεωφορείου των Συκεών αν θυμάμαι καλά, που καμιά τριανταριά με σαράντα παππούδες κυριολεκτικά με ποδοπάτησαν για να προλάβουν θέση.

Τον παππούμπατσο επίσης θα τον βρεις κάθε μέρα στην Τράπεζα, στην οποία πηγαίνει καμιά ώρα πριν το άνοιγμα της με το σκαμνάκι του, παίρνει 20-30 νούμερα προτεραιότητας (για αυτόν και τους φίλους του), με αποτέλεσμα εσύ, ο απλός πολίτης, ακόμη και λίγο αργότερα από τον παππούμπατσο να πας, αλλά πάντα πριν το άνοιγμα της τράπεζας, να μην μπορείς να βρεις ένα νούμερο της προκοπής.

Εννοείται ο παππούμπατσος είναι αυτός που θα προσπαθήσει ύπουλα να σου κλέψει την σειρά σε οποιαδήποτε δημόσια ή ιδιωτική υπηρεσία. Είναι αυτός που θα κάνει κατάληψη στον δρόμο μπροστά από το σπίτι του ή το μαγαζί του με καρέκλες για να μην του πάρεις την θέση πάρκινγκ. Και φυσικά, αν παραμερίσεις τα εμπόδια που σου έβαλε και παρκάρεις κανονικά, είναι αυτός που θα σου κάνει το αμάξι καλοκαιρινό.

Ένας καργιόλης παππούμπατσος, είμαι σίγουρος, μας έκοψε με μαχαίρι ένα λάστιχο του οικογενειακού μας αυτοκινήτου, επειδή παρκάραμε μπροστά στο μαγαζί του και πήγαμε και φάγαμε σε άλλο μαγαζί, κοντεύοντας να μας σκοτώσει (ναι, πραγματικό γεγονός).

Αυτός είναι που θα σου πρήξει τα αρχίδια για πράγματα ανούσια, όπως επίσης αυτός είναι που θα πεταχτεί σαν τσουτσού και θα σου πει την γνώμη του για την εμφάνιση, την συμπεριφορά ή για οτιδήποτε άλλου, ακόμη και αν δεν τον ξέρεις, ακόμη και αν δεν τον ρωτάς, ακόμη κι αν δεν τον ενοχλείς.

Είναι φυσικά αυτός, που όταν βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον φίλο του τον κανονικό μπάτσο, θα τον κεράσει, θα του δώσει λαχανικά "δώρο", θα τον γλείψει, για να έχει την εύνοια του. Τα χουντικά κατάλοιπα τελείωσαν, σου λέει.

Και δυστυχώς, όταν απλά σου την σπάνε λίγο, δεν σου πάει η καρδιά να πεις και τίποτα. Αλλά μάλλον έτσι παίρνουν θάρρος και σου ανεβαίνουν στο κρεβάτι.