Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Πολιτικό.

Πάει πολύς καιρός από τότε που έγραψα το τελευταίο πολιτικού περιεχομένου μου κείμενο. Δεν είναι ότι δεν έχω τι να πω, αλλά βλέπεις, θες λίγο οι καταιγιστικές εξελίξεις του τελευταίου χρόνου, λίγο τα ίδια τα κόμματα που δεν ξέρουν που πάνε τα 4, λίγο οι πολίτες που έχουν τρελαθεί με την όλη κατάσταση, είναι σαν να έχω σηκώσει μια άμυνα απέναντι σε όλο αυτό.

Τι μπορεί να πει κανείς αλήθεια για την πολιτική, όταν βλέπεις ότι οι έννοιες της Αριστεράς, της Δεξιάς, του Σοσιαλισμού ή οτιδήποτε άλλο έχουν καταρρεύσει πλήρως; Τι μπορεί κανείς να πει για κόμματα, όταν πλέον έχουν πέσει οι μάσκες;

Να πεις για το ΚΚΕ, που αρνείται να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων; Που αρνείται, ακόμη κι αν ψηφιστεί έτσι, να κυβερνήσει; Που έστω, ακόμη και τώρα, διατηρεί την ίδια βλακώδη επιμονή στα ίδια παντελώς άκαιρα ζητήματα;

Να πεις τι, για την Χρυσή Αυγή, που κάποιοι της έδωσαν το θάρρος με την ψήφο τους και αυτοί το εξέλαβαν ως θράσσος; Τι μπορεί να πει κανείς για την Χρυσή Αυγή αλήθεια, πέρα από το να σταθεί αμήχανος και ντροπιασμένος μπροστά στην είσοδό της -έστω και για μια μέρα- στην Βουλή; Είναι από τις φορές που, όσες λέξεις κι αν γράψεις, δεν μπορείς να περιγράψεις το συναίσθημα.

Να μιλήσει κανείς για ποιον, για τον Τσίπρα; Που κάποτε φαινόταν ως η μόνη αξιόπιστη φωνή -προσέξτε, φωνή, όχι λύση- και πλέον, με τις δικές του αριστερόστροφες εμμονές και την ημιμάθεια που τον διακατέχει, θέλει να... "επανιδρύσει την μεγάλη δημοκρατική παράταξη" (;;; Γουάταφακ ρε παιδιά;;;), να κάνει το νέο ΠΑΣΟΚ αλά νέος Ανδρέας Παπανδρέου;

Να μιλήσει κανείς για ποιον, για το ΠΑΚΙΣΟΚ; Που πραγματικά απορώ ποιοι είναι αυτοί που το ψηφίζουν, εκτός από τους Πακιστανούς, βεβαίως βεβαίως; Το πρόβλημα με το ΠΑΚΙΣΟΚ δεν είναι ότι πλέον δεν λέει την αλήθεια στον λαό. Εγώ προσωπικά, αν απομονώσω τις κουβέντες του Βενιζέλου, μπορώ να πω ότι πιστεύω πολλές από αυτές. Το πρόβλημα είναι στο πρόσωπο που τις λέει, στο "ένδοξο" παρελθόν του, όπως φυσικά και στις τρομακτικές πρακτικές του κόμματος.

Να μιλήσεις για την γαλάζια πολυκατοικία ΝΔ-Ντόρα-ΛΑΟΣ; Τι να πεις για αυτούς που την απαρτίζουν, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι οι αλλαξωκωλιές, του όπου μας συμφέρει πάμε, άσχετα με το τι λέγαμε όχι πριν χρόνια, αλλά πριν μήνες;

Να μιλήσεις για τον Καμμένο που φαίνεται ότι λαϊκίζει αβίαστα, χωρίς καν να βουτάει την γλώσσα του στο μυαλό του πριν μιλήσει; Για ποιον; Για τους Οικολόγους; Για την Δημιουργία Ξανά που, ακόμη δεν έκλεισε χρόνο ως κόμμα (με πολύ ενδιαφέρουσες θέσεις, ομολογώ), πρόλαβε ήδη να κάνει κωλοτούμπα; Ή μήπως για την ΔημΑρ, που φάνηκε τελικά ποιος ήταν ο σκοπός του;

Λίγες μέρες πριν αναρωτιόμουν τι θα ψήφιζα. Ταξίδεψα λοιπόν ως την Θεσσαλονίκη και ψήφισα. Και ένιωσα πολύ μεγάλος μαλάκας, όταν κατάλαβα ότι ψήφισα κόμμα που τελικά δεν μπήκε στην βουλή, όταν κατάλαβα ότι έριξα την ψήφο μου στο Α κόμμα και ο εκλογικός νόμος την πήγε στον Σαμαρά. Και από πάνω να έχω και τον κάθε ανίδεο, ανιστόρητο και ημιμαθή να με αμφισβητεί όταν έλεγα ότι "Λευκό-Άκυρο-Αποχή-Ψήφος σε κόμμα εκτός βουλής" ευνοεί τον πρώτο, αμφισβητώντας τα απλά μαθηματικά.

Πάντως, από ό,τι φάνηκε από το αποτέλεσμα των εκλογών, μάλλον δεν ήμουν ο μόνος ψηφοφόρος που ήμουν σε σύγχυση. Το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε επιτέλους κάποια πράγματα, αν και δεν το κόβω να κρατάνε μέχρι τις επόμενες εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να αδικήσω κανέναν που ψήφισε, πρώτον και κύριον γιατί τραβήχτηκε ως την κάλπη και το έριξε. Και στεναχωριέμαι πάρα πολύ που, για οικονομικούς λόγους δεν θα μπορέσω μάλλον να ψηφίσω στις 17 Ιουνίου.

Όλοι οι υπόλοιποι, μην ξεχνάτε:

Αν το Λευκό, το Άκυρο και η Αποχή άλλαζαν κάτι, θα ήταν παράνομα. (Και μην ακούσω ότι η Αποχή είναι όντως παράνομη, γιατί δεν νοείται παρανομία χωρίς να έχει κυρώσεις, όπως συμβαίνει με την αποχή).


Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Γιαγιά.

Ένα από τα πράγματα που έχω να θυμάμαι τόσο από την παιδική, όσο και από την εφηβική μου ηλικία, είναι το σπίτι της γιαγιάς μου στο χωριό. Ένα σπίτι που, με την άφιξη μας, έμοιαζε το καλύτερο τουριστικό θέρετρο για ένα παιδί: Η γιαγιά που μας περίμενε, είχε ήδη φροντίσει να φτιάξει τα χωριάτικα καλούδια της (αυτό σημαίνει αμέτρητες πίτες και πιτάκια με διάφορες γεμίσεις, πίτσα, σαρμαδάκια, και κάθε λογής λιχουδιές). Το σπίτι λαμποκοπούσε, τα κρεβάτια μας μας περίμεναν, έτοιμα στρωμένα, όλα ήταν στην εντέλεια.

Η ίδια η γιαγιά, εκείνες τις μέρες που ήμασταν στο χωριό, έπαιρνε το ρόλο της πολύ πολύ σοβαρά. Ήθελε να είναι πάντα στην υπηρεσία μας, να μην μας λείψει τίποτα, το μόνο που ζητούσε ήταν να της κάνουμε τα ψώνια. Σε κάθε μας βήμα, από την στιγμή που θα ξυπνούσαμε μέχρι την στιγμή που θα πέφταμε πάλι για ύπνο, η γιαγιά ήταν από πίσω μας (ορισμένες φορές και κυριολεκτικά) να "διορθώνει" ό,τι εμείς "χαλούσαμε". Και ακόμη κι αν καμιά φορά εμείς τα εγγόνια την προφταίναμε από το να στρώσει το κρεβάτι μας ή να πλύνει τα πιάτα, πάντα την θυμάμαι να μην μας αφήνει μεν, αλλά να γκρινιάζει δε. Μάλλον στα μάτια της, έπρεπε να μας μαλώσει για να μάθουμε να είμαστε καθαροί και συμμαζεμένοι, αλλά όχι εκείνη την στιγμή. Εκείνη την στιγμή, στο δικό της το σπίτι, θα τα έκανε όλα αυτή, με τον τρόπο που αυτή ήξερε και την βόλευε, και ας μην ήταν πάντα ο πιο πρακτικός τρόπος.

Μπορεί να πήγαινε κούτσα-κούτσα όλη μέρα, αλλά πήγαινε, κώλο δεν έβαζε κάτω. Όταν το βράδυ επέστρεφα από τις εξόδους μου, 3 ή 4 η ώρα, με το που έκλεινα την πόρτα πάντα ήξερα ότι θα ακούσω την ερώτηση της "Sourotiri γύρισες;", και ενώ ήξερα ότι εκείνη την στιγμή δεν φοράει ακουστικό και δεν μπορεί να με ακούσει, απαντούσα καταφατικά και εμφανιζόμουν στην πόρτα του δωματίου της για να δει το περίγραμμα μου και να ηρεμήσει. Μετά έσβηνα το φως του χωλ (που μάλλον αυτή ήταν η λειτουργία του, να μπορεί να δει το περίγραμμα μου μες στη νύχτα, δεν εξηγείται αλλιώς να καίει όλη νύχτα το φως!!!), και ετοιμαζόμουν για ύπνο.

Η γιαγιά ήταν πάντα πνεύμα ανεξάρτητο. Δεν ήθελε να χαλάσει την ρουτίνα της για κανέναν λόγο, και ας ήξερε ότι από ένα σημείο και μετά δεν την βαστάνε τα πόδια της. Απλά θα τα έκανε όλα πιο αργά. Και ας της έλεγαν όλοι, παιδιά και εγγόνια, ότι δεν χρειάζεται να έχει 5 μπρίκια διαφορετικού στυλ και μεγεθών, ότι δεν χρειάζεται να κρατάει παμπάλαιες κατσαρόλες και τηγάνια, ότι έχει πάρα πολλά πιάτα και πιατάκια και φλυτζανάκια, ότι όλα αυτά έπιαναν πολύ χώρο και την κούραζαν. Αυτή εκεί, αγύριστο κεφάλι, ήθελε να έχει την καβάτζα της μην τυχόν και χαλάσει το τάδε σκεύος και ξεμείνει. Και όσο για τα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα, νομίζω ότι πάντα μέσα της είχε την κρυφή ελπίδα, στο επόμενο Πάσχα να μαζευτούμε όλοι, παιδιά, γαμπροί, νύφες και εγγόνια στο σπίτι της, 25-30 άτομα συναπάντημα, όπως παλιά.

Για όλους αυτούς τους λόγους, μπορώ να πω πως η τελευταία μου επίσκεψη, μέσα στο Πάσχα, με πόνεσε. Εκεί είδα για πρώτη φορά (ή μάλλον συνειδητοποίησα;) το σπίτι της γιαγιάς να παραπαίει. Εκτός των λιχουδιών που είχε έτοιμες, δεν συνέβαινε τίποτα από όσα γίνονταν παλιά. Η γιαγιά δεν έφερνε καμία αντίσταση στο να πλύνουμε τα πιάτα, να στρώσουμε το κρεβάτι ή να συμμαζέψουμε. Γυρίσαμε το βράδυ από την έξοδο μας και το πρωί μας είπε ότι δεν κατάλαβε πότε ήρθαμε. Για πρώτη φορά είδα ιστούς από αράχνες σε γωνίες, για πρώτη φορά το σπίτι δεν μοσχοβολούσε. Και δεν είναι φυσικά ότι με πείραξε το ότι τα κάναμε όλα εμείς, εξάλλου εδώ και χρόνια την παρακαλούσαμε να μας αφήσει να τα κάνουμε για να την ξεκουράσουμε.

Είναι ότι, εφόσον και η ίδια έδειχνε παραιτημένη από το να τα κάνει όλα αυτά, μάλλον καταλαβαίνει καλά ότι γέρασε. Και πίστεψε με, για να έχει πιστέψει αυτή η γιαγιά ότι γέρασε και να το δείχνει ΚΑΙ με την γλώσσα του σώματος, πάει να πει ότι γέρασε και μάλιστα πολύ.